wpe2.gif (238722 Byte)                                                   


Τα κείμενα προέρχονται από την ηλεκτρονική σελίδα του
Εθνικού Κέντρου Βιβλίου

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ιωάννα Καρυστιάνη γεννήθηκε στις 8 Σεπτέμβρη του 1952 στα Χανιά της Κρήτης από γονείς Μικρασιάτες. Σπούδασε Νομικά. Επαγγελματικά ασχολήθηκε με το σκίτσο και την εικονογράφηση. Δούλεψε στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης", στα περιοδικά "Τέταρτο", "Ένα", "Εικόνες", και σε ξένες εφημερίδες.
Το μυθιστόρημα της "Μικρά Αγγλία" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο και το βραβείο Balkanika.

Eργογραφία

Σκίτσα
" Με γκρι και γκρίζο. Αθήνα, Αίολος, 1987. Σελ. 120
" Ένα σκίτσο στο τσεπάκι. Αθήνα, Αίολος, 1980. Σελ. 112.

Διηγήματα
" Η κυρία Κατάκη. Αθήνα, Καστανιώτης, 1995. Σελ. 144. ISBN: 960-03-1345-8. Τα διηγήματα της παρουσιάστηκαν στο θέατρο από τέσσερις διαφορετικούς θιάσους.

Μυθιστορήματα
" Μικρά Αγγλία. Αθήνα, Καστανιώτης, 1997. Σελ. 368. ISBN: 960-03-1780-1 Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1998.
" Κουστούμι στο χώμα. Αθήνα, Καστανιώτης, 2000. Σελ. 384. ISBN:960-03-2879-Χ

Video - clip
" Αντικατοπτρισμοί, 1993, με σκίτσα και κολάζ για τον τελευταίο δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι.

Κινηματογραφικά Σενάρια
" Νύφες, 1999. Παραγωγός: Μάρτιν Σκορτσέζε. Σκηνοθέτης: Παντελής Βούλγαρης. Έναρξη γυρισμάτων τον Απρίλιο του 2001.
" Mi Estrella, 2000 (τίτλος προσωρινός). Ελεύθερη διασκευή του βιβλίου "Ρέινα, ένα παιδί στο γκέτο της Θεσσαλονίκης" της Νίνας Ναχμία. Παραγωγοί: Κώστας Γαβράς και Michele Ray. Σκηνοθέτης: Παντελής Βούλγαρης. Έναρξη γυρισμάτων την άνοιξη του 2002.

Μεταφράσεις

Γερμανικά
" Die Frauen von Andros, μτφ. από Norbert Hause. Εκδόσεις suhrkamp. ISBN: 3-518-41229-9.

Ιταλικά
" L' isola dei gelsomini, μτφ από Maurizio de Rosa. Crocetti Editore. ISBN: 88-8306-026-1
II vestito in terra, μτφ. από Maurizio de Rosa. Crocetti Editore. (υπό έκδοση)
Γαλλικά
" La petit Angleterre, μτφ. Από Michel Volkovitch. Pariw, Editions du Seuil. Θα κυκλοφορήσει ως το τέλος του 2002.

Βουλγαρικά
" μτφ. από Emmanel Moutafov. Εκδόσεις Biblioteka. Θα κυκλοφορήσει ως το τέλος του 2001.

Κυρία Κατάκη. Διηγήματα από την ομώνυμη συλλογή έχουν κυκλοφορήσει σε ανθολογίες στη Τσεχοσλοβακία, Ιταλία, Γερμανία και Βουλγαρία.


Η συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη

Την Ιωάννα Καρυστιάννη τη γνωρίσαμε πρώτα σαν σκιτσογράφο. Στα λιτά, αφαιρετικά, μελαγχολικά της σχέδια, ποιητικά σχόλια σε μιαν αντιποιητική καθημερινότητα, εγγραφόταν ήδη εκείνη η ιδιαίτερη στάση που θα έδινε αργότερα στην πεζογραφία της το ειδικό της βάρος: μια τρυφερή μέριμνα για το μικρό, το παραμελημένο, το ευτελές, μια στοργή προς τους αδύναμους και τους ματαιωμένους της ζωής, στιγμές-στιγμές μια αυτοπαρατήρηση σπάνιας ειλικρίνειας, υποδόριο, λεπτό, χιούμορ. Και, κάποτε, καλά μεταμφιεσμένοι απόηχοι από μιαν εποχή περισσότερο ηρωική, από τα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα, τότε που, η νεαρή φοιτήτρια Ιωάννα Καρυστιάνη κατάφερε να γίνει για τους ομηλίκους της το πρότυπο, σύμβολο αντοχής, γενναιότητας και πίστης.

Ύστερα, ήρθε η πρώτη συλλογή διηγημάτων της, "Η κυρία Κατάκη" (1995). Μικρές ιστορίες ανωνύμων, βίοι ελάσσονες. Σύντομοι μονόλογοι αφηγημένοι σε πρώτο ενικό, θα 'λεγε κανείς απόπειρες αυτοβιογραφίας. Άνθρωποι ταγμένοι στη μοναξιά, που αναχαράζουν τη χαμηλότονη απελπισία τους. Τόνος συγκρατημένος, κάποτε αυτοσαρκαστικός, και γι' αυτό αβάσταχτος. Ο ίδιος τόνος που κυριαρχούσε ως τότε στην εικονογραφική δουλειά της Καρυστιάνη, αλλά πολύ πιο επεξεργασμένος, βαθύτερος, μη εξαντλούμενος στην περιγραφή και την καταδήλωση.

Το πρώτο μυθιστόρημα της Καρυστιάνη, η "Μικρά Αγγλία" δημοσιεύτηκε στα 1997. "Μικρά Αγγλία" είναι το όνομα που δίνουν με περηφάνεια στο νησί τους, την Άνδρο (μια παιδική γροθιά, θαρρείς, καταμεσίς στο Αιγαίο, που μοιάζει ωστόσο να απειλεί τον κόσμο όλο) οι θαλασσινοί της - άνδρες τολμηροί και εμπορικά δαιμόνιοι, που ρίχνονται με φανατισμό τόσο στην περιπέτεια, όσο και στον πλουτισμό. Οι άνδρες λείπουν λοιπόν, οι γυναίκες μένουν. Και περιμένουν, ενώ εκείνοι που ορίζουν τη ζωή τους οργώνουν τις θάλασσες. Έρωτες, πάθη, απώλειες, θάνατοι βιώνονται μέσα σ' αυτήν την οριακή απουσία. Το ενδοοικογενειακό αισθηματικό δράμα, στο επίκεντρο της ιστορίας (δυο αδελφές αγαπούν τον ίδιο άνδρα) είναι απλώς το πρόσχημα για να διερευνηθεί, με μεγάλο βάθος και ευαισθησία, το θέμα της στέρησης, της έλλειψης, της ανθρώπινης ερημιάς, της γυναικείας μοίρας σε μια μικρή κοινωνία, που αν και μητριαρχείται, βαρύνεται από την πανταχού παρούσα σκιά των απόντων ανδρών.
Για την Ιωάννα Καρυστιάνη απασχολεί ιδιαίτερα η απουσία, η μετανάστευση, το ξερίζωμα, ηθελημένο ή αθέλητο. Φαίνεται αυτό, ξεκάθαρα, και στο τελευταίο της βιβλίο "Κουστούμι στο χώμα". Πως επιδρά η ξενιτιά στον ψυχισμό αυτών που φεύγουν και πως σφραγίζει, οδυνηρά, όχι μονάχα την ψυχή αλλά και την καθημερινότητα όσων μένουν. Πόσο αλλάζουν εκείνοι που φεύγουν. Πόσο ξεχνούν. Κι αν δεν ξεχνούν, πόσο παλεύουν με τα ξέφτια της μνήμης, με το άχρηστο κάποτε και επώδυνο βάρος της. Πόσο μεταμορφώνονται εκείνοι που μένουν. Πως μαρμαρώνουν, από τον φόβο μήπως, αν αφεθούνε στη μεταμορφώτρια σμίλη του χρόνου, χαλάσουν την τάξη του κόσμου που γνώριζε και όριζε ο ξενιτεμένος. Ή πως μεταλλάσσονται σε κάτι ολότελα διαφορετικό, μόνο και μόνο για να μπορέσουνε να συνδιαλλαγούν με τον πόνο. Κυρίως οι γυναίκες. Σύζυγοι και μάνες. Γριές και νέες. Αυτοπεριορισμένες σ' ένα περίκλειστο θηλυκό σύμπαν, χτισμένο με τα υλικά του φόβου, της μοναξιάς, της επιθυμίας, των αναμνήσεων.

Η μνήμη, το βάρος αλλά και η λυτρωτική της διάσταση είναι ένα ακόμη επίμονο θέμα της συγγραφέως. "Η μνήμη είναι ελευθερία και η ελευθερία είναι επιείκεια και αγάπη", λέει ένας ήρωας της στο "Κουστούμι στο χώμα" (2000). Παρακολουθώντας τη εξέλιξη μιας οικογενειακής βεντέτας μέσα στο χρόνο, μέχρι την οριστική συνάντηση που θα κλείσει τον κύκλο του αίματος, η Καρυστιάνη βάζει τον κεντρικό ήρωά της Κυριάκο Ρουσσιά, να επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του μετά από χρόνια απουσίας και επαγγελματικής επιτυχίας στην Αμερική, μόνο και μόνο για να ανασυνθέσει μνήμες και συναισθήματα, να κονταροχτυπηθεί με τις σιωπές και τις αποκρύψεις. Τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας φονικών, που ρήμαξαν το ίδιο τη ζωή θυτών και θυμάτων, ο Ρουσσιάς περνάει μια νύχτα με τον δολοφόνο του πατέρα του, σε έναν βουβό απολογισμό του παρελθόντος. Κι από εκείνη τη νύχτα, παύει να είναι ο ξένος, ο "άνθρωπος ανάμεσα", ο άλλος που ήταν ως τότε - και στην Κρήτη και στην Αμερική. Τολμώντας ν' αγγίξει, επιτέλους, ανοιχτές πληγές, ανασυνθέτει τον εαυτό του, συμφιλιώνει τις αντιφάσεις του, κερδίζει, μαζί με την ωριμότητα, ταυτότητα και αυτογνωσία.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ
Δημοσιογράφος

Τι έγραψε ο Τύπος για τα βιβλία της
ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ
(αποσπάσματα από κριτικές και συνεντεύξεις)

Η Κυρία Κατάκη. Αθήνα, Καστανιώτης, 1995
Σελ. 144. ISBN: 960-03-1345-8

Ξάφνου πιάνω στα χέρια μου ένα βιβλίο, συλλογή διηγημάτων με τίτλο ηθογραφία ο "Η Κυρία Κατάκη", και ασχημομούτσικο εξώφυλλο. Κι ακούω ένα ρυάκι αισθημάτων να αναβλύζει απ' τις γραμμένες λέξεις και να στέκει σαν κόμπος στο λαιμό. ακούω αληθινές φωνές ανθρώπων, γυναικών κυρίως με σάρκα και οστά, μονόλογους, όνειρα, παράπονα, απελπισίες, μοναξιές, κραυγές σαν ψίθυρους από τον εσώτερο χώρο. Εννιά διηγήματα γραμμένα μονοκοντυλιά (διακρίνω μακρότατη επώαση, μες στη ζωή, στην παρατήρηση), για τη ζωή, για τα αδιόρατα σύνορά της, για τις μικρές βαθιές μονομανίες, γραμμένα όλα κρουνηδόν και στάγδην, ένας ελεύθερος συνειρμός αραχνοϋφαντος ανθρώπων ταπεινών, οι ανάσες και τα πετάγματά τους - οι ανάσες και τα πεταγματά μας
Η Ι. Καρυστιάνη έγραψε το πιο συγκινητικό βιβλίο των τελευταίων χρόνων κι είναι βέβαιο ότι θα διαβαστεί πολύ, πάρα πολύ και πάντα θα δονεί.

Νίκος Ξυδάκης
Δημοσιογράφος
Περιοδικό ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 18-6-95.


Κατάκη

Το ουσιαστικό στην "Κυρία Κατάκη" βρίσκεται στην εγγενή δύναμη που έχει ο λόγος της Καρυστιάνη -στην αβίαστη και τόσο απτή εικονοποίια του, στις λαμπρές στιγμές της ιλαρότητάς του και στην καίρια, καλοζυγισμένη του έκφραση.
Εύχομαι και ελπίζω σε μια ανάλογη συνέχεια και για το μέλλον.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
Κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 16-7-1995.

Κατάκη

η αναγνωστική της μνήμη η καλλιτεχνική της διορατικότητα η διακριτικότητά της έναντι των χαρακτήρων της, που ούτε τους περιφρονεί ούτε τους αποθεώνει η ικανότητά της να προβαίνει σε λεπτές επισημάνσεις κοινωνιολογικού ή ψυχολογικού τύπου και μάλιστα να τις ενσωματώνει ομαλά στο κείμενο σαν απλούστατες και σχεδόν αυτονόητες. η γλωσσική της ευλυγισία, όλα τούτα τη βοηθούν να αποδώσει τον αυθεντικό σπαραγμό των ανθρώπων απαλλαγμένον από το μελοδραματισμό και να αποτυπώσει με συγκινούσα ενάργεια τη μεγαλοσύνη του μικρού

Παντελής Μπουκάλας
Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η Μικρά Αγγλία, Αθήνα, Καστανιώτης, 1997
Σελ. 368 ISBN: 960-03-1780-1

Έχουμε να κάνουμε με ένα αφήγημα υψηλής ποιότητας που διαβάζεται με απέραντη ευχαρίστηση και ρέει με απρόσμενη ευκολία. Η ιδιαιτερότητα της γυναικείας ματιάς που διαπερνά ολόκληρο τον χώρο της αφήγησης αποκαλύπτει ένα πρόσωπο γεμάτο ανθρωπιά και καλοσύνη, χιούμορ και αυτοειρωνεία και μια διαίσθηση που κόβει όλο και βαθύτερα σαν ξυράφι. Στο βιβλίο αυτό η γλώσσα, η δομή και η συμπαθητική διαίσθηση του αναγνώστη αποτελούν έναν τάπητα χωρίς συρραφές. Με άλλα λόγια η λεπτή σχέση μεταξύ λόγου και αισθητικής καθορίζεται από τη συγγραφική διαίσθηση, η οποία μεταφέρεται και εμπλουτίζεται ως διαίσθηση του αναγνώστη

Γιάννης Τσιώλης
Καθηγητής Παν/μίου Ν. Υόρκης
member, PEN American Center
Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 1-6-1997


Αγγλία

Η επιτυχία του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στην προσεκτική και ευαίσθητη επιλογή χίλιων δύο λεπτομερειών της καθημερινής ζωής που συνθέτουν την κουλτούρα: οι σιωπές, τα βλέμματα, οι μυρωδιές, οι γεύσεις, τα χρώματα, τα υφάσματα, τα λουλούδια, τα αντικείμενα, ως σημεία μιας σοφά αρχιτεκτονημένης αφηγηματικής δομής, μιλούν με τον πιο απλό τρόπο για τις πιο σύνθετες και οδυνηρές ανθρώπινες καταστάσεις. Η γιγαντιαία, μ' άλλα λόγια, μεταφορά των ανθρωπίνων παθών στον κόσμο της θάλασσας, αναλύεται σε αναρίθμητες μικρές μεταφορές στο εσωτερικό του μυθιστορήματος. Μια σειρά από σύμβολα αναλαμβάνουν να μεταφέρουν το φορτίο των αισθημάτων των ηρώων
Μακριά από αυτοβιογραφισμούς, από την ηττοπάθεια και τη μιζέρια της γύρω μιας καθημερινότητας που αναπαράγεται κατά κόρον στην πεζογραφία, η Μικρά Αγγλία μας φέρνει αντιμέτωπους με τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Είναι άραγε τυχαίο που τα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, στις νεότερες γενιές των συγγραφέων, γράφονται από γυναίκες.

Βενετία Αποστολίδου
Αναπληρώτρια στο Αριστοτέλειο
Παν/μιο Θεσσαλονίκης
Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, Νο 40
Χειμώνας 1997-1998


Αγγλία

Στη "Μικρά Αγγλία" τολμά το άλμα της εναλλαγής μεταξύ του κόσμου της στερεάς και του κόσμου της θάλασσας, του θηλυκού και του αρσενικού κόσμου, εισχωρώντας στα ιδιαίτερα δωμάτια μιας κλειστής κοινωνίας. Η περιγραφή του ηθικο-πολιτικού, πλαισίου που την περιβάλλει είναι απαλλαγμένη από περιττές λεπτομέρειες και κατατοπίζει όσο είναι απαραίτητο για ένα παρελθόν όχι και τόσο μακρινό. Έτσι καταφέρνει να συλλάβει τον παλμό μιας ζωής στερημένης, όπου όμως ο κοινωνικός έλεγχος και τα ταξικά στεγανά δεν μπορούν να πνίξουν τον πόθο και τα αισθήματα.

Λήδα Καζαντζάκη
Δημοσιογράφος
Εφημ. Η ΑΥΓΗ, 31-7-1997


Αγγλία

Αρχικά, η γλώσσα του έργου σίγουρα ξαφνιάζει. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο γλωσσικό στυλ που αποτελεί την ταυτότητα, τη σφραγίδα, το διακριτικό αναγνωριστικό στοιχείο της συγγραφέως. Η Καρυστιάνη ξέρει να γράφει. Ο λόγος της δεν είναι στεγνός, ούτε περίτεχνος, φορτωμένος ή πλαδαρός. Η γραφή της είναι καίρια, ακριβής. Πέραν του αποθησαυρίσματος ενός εν αδρανεία γλωσσικού πλούτου, ο αναγνώστης βλέπει μπροστά του ένα ανάλαφρο γλωσσικό παιχνίδισμα και κάποιες μοναδικές γλωσσικές περιγραφικές συλλήψεις που σπανίως συναντά.
Η Καρυστιάνη επιχειρεί μια κατάδυση στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και, τελικά, επιτυγχάνει την άρτια ψυχογράφηση των ηρώων της. Ήρωες και αντι-ήρωες, λοιπόν, φαντάσματα του παρελθόντος, γήινοι, αληθινοί, σπαρταρούν ολοζώντανοι στις σελίδες του έργου της.

Ιωάννα Κλεφτόγιαννη
Δημοσιογράφος
Περιοδικό ΑΝΤΙ, τεύχος 639, 4-7-1997

Αγγλία

Η "Μικρά Αγγλία" διαβάζεται μονορούφι κι όμως αφήνεται ανοιχτή σε πολλές ακόμη αναγνώσεις, γιατί μπορεί κάθε φορά ν' αποκαλύπτει μια καινούργια πτυχή της πολυμορφίας της θάλασσας, της πολυμορφίας των ανθρωπίνων σχέσεων, της πολυμορφίας της γραφής.

Τέα Βασιλειάδου
Δημοσιογράφος
Εφημ. ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 31-5-1997


Κουστούμι στο χώμα, μυθιστόρημα. Αθήνα, Καστανιώτης, 2000.
Σελ. 377 ISBN: 960-03-2879-Χ

Ένα από τα μυθιστορήματα που θα μπορούσε να κάνει "καριέρα" διεθνώς είναι το Κουστούμι στο χώμα, το τρίτο βιβλίο της ήδη βραβευμένης, για το μυθιστόρημα της Μικρά Αγγλία, Ιωάννας Καρυστιάνη. Κατ' αρχάς είναι ένα βιβλίο που δεν σου επιτρέπει να το αφήσεις λεπτό από τα χέρια σου από την πρώτη κιόλας σελίδα. Και έπειτα είναι ένα βιβλίο που διαθέτει πολλές αρετές, όπως δυνατή πλοκή, σφιχτή αφήγηση, καθαρή γραφή, διεισδυτικότητα στους χαρακτήρες και ενδιαφέρουσα υπόθεση. Είναι ένα θρίλερ υπό τη μορφή οδοιπορικού στην ορεινή Κρήτη και μια περιήγηση στον κόσμο της βεντέτας
Με το Κουστούμι στο χώμα η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία κάνει ένα βήμα μπροστά.

Ντίνος Σιώτης
Ποιητής, εκδότης περιοδικού ΜΟΝDO GRECO
Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 15-10-2000


Κουστούμι

το Κουστούμι στο χώμα είναι μια action research, μια έρευνα δράσης που συνδυάζεται με τη διακριτική και αγωνιώδη παρέμβαση της συγγραφέως. Κι αυτό είναι το πιο ερωτικό στοιχείο στην ανθρωπολογική διάσταση ενός μυθιστορήματος που τονίζει το ρόλο της εξυπνάδας, που απελευθερώνεται από τα δεσμά της ευυποληψίας, ψάχνοντας μια διαυγέστερη άποψη των σχέσεων
Δεν ξέρω αν η συγγραφέας αισθάνθηκε πρώτα την ανάγκη να μιλήσει για την απουσία ταυτότητας ή να εμβαθύνει στον κόσμο της βεντέτας. Ένα έχει σημασία: ακολουθώντας το δράμα του οποιουδήποτε Κυριάκου, όφειλε να επινοήσει την Κρήτη! Όφειλε να βρει έναν καμβά για να κινηθεί ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, που αποκτάει σχήμα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Γι' αυτό ο Οδυσσέας - Κυριάκος επιστρέφει από την "επιτυχημένη" ζωή στην οδυνηρή περιπέτεια του τόπου του
Το εντυπωσιακό στο Κουστούμι στο χώμα είναι να κατανοήσουμε την αντίφαση: μια τοπική κοινωνία, βυθισμένη στην ετερονομία, ετεροκαθορίζεται από παραδοσιακές φόρμες, από τη μοίρα και την υποχρεωτικότητα της εκδίκησης, σαν να'ρχεται αυτή η εκδίκηση έξω από την κοινωνία. Κι από την άλλη, ενώ οι ίδιοι εμείς θα 'πρεπε να φτιάξουμε νέα ήθη που να βάζουν τέρμα στις βεντέτες, η αυτονομία μας φανερώνεται, όταν "παίρνουμε" το νόμο στα χέρια μας μόνο για να εκπληρώσουμε άκριτες, αλόγιστες, ενστικτώδεις επιθυμίες, χωρίς φρένο.

Κώστας Καλημέρης
Κριτικός λογοτεχνίας
Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, Αρ. 414, 1-2001

Κουστούμι

Η Ιωάννα Καρυστιάνη προσέγγισε τους υψηλούς της στόχους, συνέθεσε ένα μυθιστόρημα με άρτια δομή και πλοκή, που διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και προσμονή απ' την αρχή ως το τέλος, διατυπώνοντας ταυτόχρονα τον στοχαστικό της λόγο για τον νόστο, τη βία, τον θάνατο, την παράδοση, την πολιτισμική συνέχεια αλλά και τις ανατροπές της.

Κώστας Καρακώτιας
Κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. Η ΑΥΓΗ, 10-12-2000


Κουστούμι

Η Καρυστάνη προσεγγίζει το θέμα της διαβασμένη, έχοντας πρώτα προβεί σε ενδελεχή έρευνα και μελέτη. Η παράθεση πληροφοριών από δικογραφίες, η άριστη γνώση των τόπων, των κωδικών και των ηθών, η εμβάθυνση που ξεπερνά τις κοινότοπες αναλύσεις και τους τυποποιημένους χαρακτήρες, προσδίδουν στο βιβλίο της έδαφος σταθερό και υψηλή μυθιστορηματική στόχευση
Η γλώσσα είναι το σπουδαίο προτέρημα αυτού του βιβλίου, μια γλώσσα μεστή, ανορθόδοξη και οικεία, που μοιάζει να εκφέρεται από τον ίδιο τον τόπο, δίχως να γίνεται στιγμή "λυρική" ή "γλαφυρή" ή "προφορική"
Η γλώσσα είναι, η μεγάλη πρόκληση του μυθιστορήματος: η Καρυστιάνη τολμάει, αφήνεται, δίνεται, και ετούτη τη φορά της βγαίνει αβίαστα και καθαρά: θέμα και ύφος γίνονται ένα.

Κώστας Κατσουλάρης
Συγγραφέας
Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 12/2000


Κουστούμι

Μισέλ Φάις στο τοπίο που έριξε τα πρόσωπα του βιβλίου σας η μοίρα καταδυναστεύεται από μια εξωφρενική - κυριολεκτικώς - ομορφιά. Γεύσεις, μυρωδιές, χρώματα, ήχοι σε δαιμονικούς τόνους. Απόλυτη αισθησιοκρατία. Σχεδόν η ανεξέλεγκτη βία που τους χωρίζει, και ταυτόχρονα τους ενώνει, φαντάζει αυτονόητη. Πιστεύετε σ' αυτή τη νομοτελειακή, την αισθησιοκρατική ερμηνεία της βεντέτας;
Ιωάννα Καρουστιάνη: Αλλιώς βγάζει τους ανθρώπους το τοπίο των Πρεσπών κι αλλιώς της Πατησίων. Εν μέρει υπαγορεύει και κάποιες πράξεις τους.
Στο Κουστούμι δεν ακουμπάω κυρίως στην αισθησιοκρατική ερμηνεία των "οικογενειακών".
Συνυπάρχουν η μέθη από την κυρίαρχη, μοναδική φύση, η ενοχοποίηση του άξενου ορεινού όγκου, η σιωπή των συγγενών που κατά περίπτωση εκλαμβάνεται και ως παρακίνηση, το απαράγραπτο πένθος, το μούδιασμα, η παράλυση από την αναμονή του θανάτου, κοινωνικοί λόγοι αιώνων, πολιτισμικοί επίσης.
Η διατύπωση της ερώτησής σας με βοηθάει να επισημάνω τα παρακάτω:
Πρώτον, το αίσθημα του αποκλεισμού σε ένα οροπέδιο κάνει τα λίγα πολλά και τα μικρά μεγάλα. Εκεί μια τσικουδιά - κέρασμα στον πεθαμένο γίνεται καταλύτης και αναποδογυρίζει την ιστορία. Τα κουμπιά μιας βυσινί ζακέτας γίνονται μοχλός σημαντικών επαναπροσδιορισμών. Οι παντοφλιές της νεκρής στην άσφαλτο ηχούν σαν εκπυρσοκροτήσεις.
Δεύτερον, η λιτότητα, η άπλα, η σιγαλιά του αχανούς τόπου επιτρέπουν να ακουστούν οι εσωτερικοί κραδασμοί. Το μέρος γίνεται ηχείο που πολλαπλασιάζει την κοφτή ανάσα, τη βουβή ένταση.

Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 6-10-2000

Κουστούμι στο Χώμα, Αθήνα, Καστανιώτης, 2000. Σελ. 384 ISBN: 960-03-2879-Χ

Κυριακή, 16 Αυγούστου, ο δαχτυλιδομέσης ψηλέας, μαχμουρλής αν και κόντευε μεσημέρι, γέμισε ξέχειλα δυο τσικουδοπότηρα, τσούγκρισε, ήπιε το ένα κι έχυσε το δεύτερο στο καφτό μάρμαρο στον τάφο του πατέρα του, είχε πάει να τον αποχαιρετήσει.
Τα δέντρα έφυγαν, οι δρόμοι έφυγαν, τα σπίτια έφυγαν, ερημώνουμε, είχε γράψει το 1970 στο Λίνκολν Ιλλινόις ο μακαρίτης, ζητώντας από την κουνιάδα του Αθανασία να αναλάβει τη φροντίδα του μοναχογιού του και φιλιότσου της, επιστολή που ο Κυριάκος είχε βρει μόλις προ τριμήνου, όταν δέησε να ξεσκαρτάρει τη νάιλον σακούλα όπου η νονά φυλούσε τις αλληλογραφίες. Αθανασία, ευχές για ένα χριστιανικό Πάσχα, Αθανασία, χρόνια πολλά για την ονομαστική σου εορτή, ανάκατες οι κάρτες του σογιού με κάρτες από επαρχιακά καζίνα, ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας στο Μαϊάμι, φυλλάδια από την Αδελφότητα Κρητών Σικάγου και ημερολόγια τσέπης από το Σύλλογο Κρητών "Μίνως" Νέας Υόρκης.
Ο Κυριάκος Ρουσιάς κρέμασε στο σταυρό του τάφου τον παναμά του μ' έναν καντιφέ περασμένο στη μαύρη κορδέλα, τα δέντρα έφυγαν, μπαμπά, μονολόγησε, αλλά τα τελευταία χρόνια πάει καλά η γιαλιά, ήρθε η Γερμανία, ήρθε η Σουηδία, πέσανε λεφτά, τα οικοπεδάκια σου, μπαμπά, πήρανε αξία.
Μικρός ένιωθε ότι απογοήτευε τον πατέρα του γιατί δεν του έμοιαζε, εκείνος, πότε σκέτη αταραξία, αναισθησία, ασυγκινησία, πότε νεφεληγερέτης Ζευς, που γουδοκοπάνιζε τα πλάσματα του σπιτιού και το βλαστημίδι πήγαινε σύννεφό.
Ο ίδιος, λεπτοκόκαλος σαν άδειο αραχνοϋφαντο κουστουμάκι, φοβόταν τα αρειμάνια ένοπλα ασκυφιωτάκια, ανωπολιτάκια και λοιπά παλικαράκια, βούλωνε τα αυτιά στα καφενεία, να μην ακούει τις λαϊκές ρίμες για τα παλικάρια τω Σφακιώ που άδικα θα χαθούσι και τα Σφακιά παράδικα ήθελε σκλαβωθούσι κι όταν νόμιζε πως θα τον κάψει ο πυροκοκκινισμένος ουρανός, έψαχνε να χώσει το χεράκι του στην ασφάλεια της πατρικής παλάμης, να ατενίζει και να ξύνει την τρύπα στο βαρύ δαχτυλίδι του μπαμπά του, απ΄ όπου είχε ξεκολλήσει και χαθεί η ρουμπινί δαχτυλιδόπετρα.
Μεγάλωσε μακριά. Με τον πατέρα του δεν είχε κάνει ποτέ τη συνηθισμένη μεταξύ αντρών κουβέντα, αφού αποπιούν τον καφέ κάτω από τον πρίνο, με τα χέρια στις τσέπες να περπατήσουν πλάι πλάι στα κατσοπρίνια της μαδάρας και να υπολογίσουν τι συμφέρει στην τσέπη, να ξεπουλήσουν τα αμπέλια και να χτίσουν κάτω στο Λιβυκό, να βάλουν πατάτα ή άνυδρη ντομάτα, να επενδύσουν σε τρακτέρ ή καινούργιο αγροτικό.
Αυτά ήθελε να κουβεντιάσει. Οι είκοσι πέντε ημέρες στον γενέθλιο ορεινό όγκο και η μία νύχτα, ξημερώνοντας της Παναγίας, είχαν καλύψει το άλλο θέμα.
Ακούσιος εκπατρισμένος, εκούσιος λιποτάχτης επί είκοσι οχτώ χρόνια ένιωθε αποστροφή για το έμπυο απόστημα των οικογενειακών, για τους κρημνοδίαιτους ομορφάντρες, οι ίδιοι θύτες ένα Απρίλη, οι ίδιοι θύματα έναν Μάη. Τον εξουθένωναν και οι βαρυπενθούσες που εναντιολογούσαν με λέξεις ή με ένα μάτι πετροκάρβουνο, που αργούσε να ανάψει και μετά δεν έλεγε να σβήσει. Καλιά 'ναι η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου, λέγαν, η μάνα των διδύμων ήταν και τα δύο.

Για τον Κυριάκο Ρουσιά του Λίνκολν Ιλλινόις, της Νέας Υόρκης, του Σικάγου, της Φιλαδέλφειας και του Φρέντερικ όλα αυτά τα χρόνια ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Τον άνοιξε τον Αύγουστο του '98. Όχι για να σκοτώσει τον φονιά του πατέρα του, μπα.
Στα σαράντα τρία του, δε γινόταν να κλείνει ακόμη τα μάτια και να αρνείται την πραγματικότητα, χρειαζόταν ανοιχτό το λογαριασμό με τους ζωντανούς και τους πεθαμένους του, με το μακρύ νήμα των αναμνήσεων, που άλλοτε θέρμαιναν και άλλοτε κρύωναν την καρδιά του.
Η ημέρα ήταν διαυγής και οι εικόνες έρχονταν στα μάτια του πεντακάθαρες, η καμένη του γιαγιά ντυμένη με κίτρινη τουαλέτα να σεργιανάει στους αγγελοφύλακτους φάραγγες και η λαβή του μαχαιριού να εξέχει από το τσαντάκι της, η γιαγιά του κοντού να σαλιώνει δύο δάχτυλα και να πιέζει τα βλέφαρα του σκοτωμένου αντρός της να κλείσουν καλά, γιατί μάτια ανοιχτά σήμαιναν πως ο νεκρός θα έπαιρνε μαζί του κι άλλον από το ίδιο σπίτι, οι τρεις αδερφές του ξεμανίκωτες, ξαπλωμένες ανάσκελα στον παπαρουνόκαμπο να τον πιλατεύουν με αινίγματα, σιδερένιο τ' άλογο, μπαμπακερή η καρδιά του και, ακόμη και στο χουζούρι, να κοιτούν εξεταστικά γύρω τον ορίζοντα, αν παρέμενε άδειος.
Αγαπώ τις παπαρούνες γιατί μαδούνε μόνες τους, δε θέλουνε σαν τις μαργαρίτες να τις ξεπεταλώνεις, έλεγε εκεί στα δεκάξι ή στα δεκαεφτά της η Αντιγόνη, είχε ξεπεταλώσει μια χρονιά όλο το κίτρινο χωράφι της καμένης, μ' αγαπά δε μ' αγαπά, δεν την αγαπούσε ο τύπος που της άρεσε, έφυγε ναυτικός και δεν ξαναφάνηκε.