wpe2.gif (210918 Byte)                                                  

 

Τα κείμενα προέρχονται από την ηλεκτρονική σελίδα του
Εθνικού Κέντρου Βιβλίου

Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Μένης Κουμανταρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και σπάνια την εγκαταλείπει. Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Δοκίμασε να σπουδάσει θέατρο και πέρασε εξίσου άδοξα, από την δημοσιογραφία. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε γραφεία, δουλειές άσχετες, που του επέτρεψαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο.
Στην διάρκεια της δικτατορίας δικάστηκε από τη Χούντα για το βιβλίο του "Το Αρμένισμα" την ίδια περίοδο έγραψε με άλλους 17 συγγραφείς σ' ένα συλλογικό τόμο με τίτλο "18 κείμενα".
Το πρώτο του βιβλίο "Τα μηχανάκια" κυκλοφόρησε το 1962. Θέμα του οι καταπιεσμένοι έφηβοι της εποχής. καταπιεσμένοι και περιθωριακοί είναι σχεδόν όλοι οι ήρωες των βιβλίων του με μόνιμο σκηνικό την Αθήνα.
Το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για την πόλη του Βερολίνου. Τιμήθηκε με το πρώτο-μεταχουντικό - Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1975 για το βιβλίο του "Βιοτεχνία Υαλικών".
Από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο.
Διετέλεσε στη δεκαετία του '80 μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ταινίες για τη τηλεόραση και τον κινηματογράφο έγιναν τα βιβλία του: "Κυρία Κούλα", "Τα καημένα", και η "Φανέλα με το 9".
Παράλληλα με τα δικά του βιβλία έχει μεταφράσει στα ελληνικά αρκετά λογοτεχνικά έργα, κυρίως αμερικανικής πεζογραφίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΕΝΗ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ

Τα Μηχανάκια (διηγήματα) Αθήνα, Φέξης, 1962, Αθήνα, Κέδρος, 1970, 12η έκδοση 1999 Σελ. 244. ISBN: 960-04-1905-1

Το Αρμένισμα (τρία χρονικά) [Β΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1967] Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1966, Αθήνα, Κέδρος, 1981, 6η έκδοση 1989. Σελ. 224. ISBN: 960-04-0031-8.

Τα Καημένα (δύο νουβέλες) Αθήνα, Κέδρος, 1972, 8η έκδοση 1996. Σελ. 142.ISBN: 960-04-1234-0.

Βιοτεχνία υαλικών (μυθιστόρημα) [Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1976] Αθήνα, Κέδρος, 1975, 17η έκδοση 1996. Σελ. 178. ISBN: 960-04-0819-Χ

Η κυρία Κούλα (νουβέλα) Αθήνα, Κέδρος, 1978, 14η έκδοση 2000. Σελ. 80.
ISBN: 960-04-0030-Χ

Το Κουρείο (μυθιστόρημα) Αθήνα, Κέδρος, 1979, 9η έκδοση 1999. Σελ. 112. ISBN: 960-04-1429-7

Σεραφείμ και Χερουβείμ (διηγήματα) Αθήνα, Κέδρος, 1981, 7η έκδοση 1990. Σελ. 248. ISBN: 960-04-0342-2

Ο Ωραίος λοχαγός (μυθιστόρημα) Αθήνα, Κέδρος, 1982, 12η έκδοση 2000. Σελ. 216. ISBN: 960-04-0182-9.

Η Φανέλα με το εννιά (μυθιστόρημα) Αθήνα, Κέδρος, 1986, 13η έκδοση 1999. Σελ. 320. ISBN: 960-04-0171-3
Πλανόδιος σαλπιγκτής (δοκίμια) Αθήνα, Κέδρος, 1989, 3η έκδοση 1990. Σελ. 376. ISBN: 960-04-0056-3

Η Συμμορία της άρπας (μυθιστόρημα) Αθήνα, Κέδρος, 1993, 4η έκδοση 2000. Σελ. 208 ISBN: 960-04-0828-9

Θυμάμαι τη Μαρία (διήγημα) Αθήνα, Καστανιώτης, 1994, 3η έκδοση 1998. Σελ. 60 ISBN:. 960-03-1282-6

Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω (διηγήματα) [Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1997] Αθήνα, Κέδρος, 1996, 17η έκδοση 2001. Σελ. 296.
ISBN: 960-04-1179-4

Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα (δοκίμια) Αθήνα, Κέδρος, 1999, 4η έκδοση 1999. Σελ. 440. ISBN: 960-04-1566-8

Δύο φορές Έλληνας (μυθιστόρημα) Αθήνα, Κέδρος, 2001, 1η έκδοση, Σελ. 755 ISBN: 960-041-761-Χ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

In German:
Glasfabrik (tr.by) Norbert Hauser, W. Germany, Erpf, Bern, 1985

In English:
Two Stories, I The Bath, Ii Convocation (tr.by) Nicholas Kostis, Cambridge Massachusetts, The Greek Institute, 1990

Koula (μτφρ. Kay Cicellis), Athens, Kedros, 1991. 80 pp ISBN 960-04-0484-4

In French:
Le Maillot Numero 9 (tr.by) Gisele Jeanpenin, Boulogne, Du Griot, 1991 327pp. ISBN: 2-907217-17-8

Le Beau Capitaine (tr. by) Michel Volkovitch, Boulogne, Du Griot, 1993. 177 pp ISBN: 2-907217-49-6

La Verrerie (tr.by) Marcel Durand Αθήνα, Hatier, 1993

1993, Athenajevo (μτφρ. Συλλογική φοιτητών) Stasbourg, Universite des Sciences Humaines de Strasbourg II, 1996.

Christos (tr. by) Michel Volkovitch, Αθήνα, Sepia, 1999

In Turkish:
Eski Tufekler (tr.by) Ahmet Yozulmat, Κωνσταντινούπολη, Belge Yayanlani, 1999. 136pp. ISBN: 975-344-162

In Italian:
II Loro Profumo Mi FA Piangere (tr.by) Gabriella Macri. Milano, Crocetti, 1999. 250 pp ISBN: 88-8306-015-6


Aνθολογίες και Περιοδικά

In English:
Greek Heritage π.2 - Μ.Κ. "The bath, a story" (tr.by) Amy Mims. Αθήνα, Christopher Janus, K. Friar, 1964

Eighteen Texts writings by Contemporary Authors - M.K. " Holy Sunday on the Rock " (tr.by) Stavros Deligiorgis. Harvard University, 1972, ISBN 674-24175-4

The Literay Review - n. XYI : 3 - M.K. " The Burnt Ones " (Tr.by) Stavros Deligiorgis. N. Jersey USA, Fairleigh Dickinson University, 1973.

Modern Greek Short Stories - M.K. " The Bath " (tr. by) Nicholas Kostis. Αθήνα, Οdysseas Publications, 1993

In Russian:
Πpomax - M.K. "To Κουρείο". Μόσχα, Padyra, 1983.

Ιn French:
Aprets sur Image (Nouvelles grecques) - M.K. "La femme du General". Aθήνα, Hatier, 1989

Autrement, Grece un theatre d' ombres - M.K. "Omonia, du coucher du soleil a l' aube" (tr.by) Αντιγ. Βλαβιανού. Paris Autrement Revue, 1989

InGermany:
Griechische Ertahlungen - M.K. "Die Frau des Generals" (tr. by) Gaby Wurster Deutscher Munich, Taschenuch Verlag, 1993. ISBN: 3-423-111692-7

Der Garten des Alphabets: Europaische Geschichten - M.K. "Der Blasse" (tr.by) Thanassis Georgiu. Frankfurt am Main, Eichborn, 1994. ISBN: 3-8218-0285-5

In Italian:
Nuovi Narratori Greci - M.K "Il professore di ginnastica" (tr.by) Katerina Karpinato Roma, Theoria, 1993.


Μεταφράσεις του Μένη Κουμανταρέα στα ελληνικά:

" Herman Hesse: Ντέμιαν (1961)
" Carson McCullers: Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου (1969)
" William Faulkner: Καθώς ψυχορραγώ (1970)
" Luis Carroll: Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων (1972)
" Georg Buchner: Λεντς (1977)
" Herman Melville: Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς κι άλλες ιστορίες (1980)
" Ernest Hemingway: Οι φονιάδες (1995)
" Edgar Alan Poe: Στη δίνη του Μάελστρομ (1995)
" Scott F. Fitzgerald: To πλουσιόπαιδο (1996)


Ο συγγραφέας
ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

Ο Μένης Κουμανταρέας θεωρείται ο κατ' εξοχήν ζων εκπρόσωπος του κοινωνικού ρεαλισμού στην ελληνική πεζογραφία, μολονότι υπάρχει επίσης στο έργο του - και μάλιστα δεσπόζει στα όψιμα κείμενά του - μια ποιητικότερη συνιστώσα, μια ελεγειακή διάθεση, που αναφέρεται στη φθορά της νεότητας και του κάλλους. Τα δύο στοιχεία διακρίνονται καθαρά ήδη στο πρώτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων Τα μηχανάκια (1962). Οι ήρωες αυτών των διηγημάτων, με τους οποίους ο συγγραφέας φαίνεται να ταυτίζεται, είναι έφηβοι της δεκαετίας του 1950, που μαραζώνουν μέσα στην ασχήμια και τη βαρβαρότητα της ελληνικής μικροαστικής κοινωνίας. Στο επόμενο βιβλίο του Κουμανταρέα, τη συλλογή διηγημάτων Το αρμένισμα (1967), η κριτική του ελληνικού μικροαστισμού ασκείται μέσω της παρωδίας, ιδιαίτερα στο διήγημα "Οι γάμοι του Σπόρου και της Ποππαίας", που στον καιρό της δικτατορίας των συνταγματαρχών κατηγορήθηκε ως άσεμνο και ο συγγραφέας του οδηγήθηκε στα δικαστήρια (όπου αθωώθηκε). Στο διήγημα που έδωσε τον τίτλο στο τρίτο βιβλίο του Κουμανταρέα, Τα καημένα (1972), ένας δημοσιογράφος προσπαθεί να εξιχνιάσει τα αίτια και τις συνθήκες του τραγικού θανάτου δύο εφήβων σε μια παράλια κωμόπολη. Η αντίθεση ανάμεσα στη νεανική δίψα για ζωή και στην αποχαύνωση του κοινωνικού περίγυρου αποδίδεται εδώ με μια συρραφή μαρτυριών, που διαδέχονται ασθματικά η μια την άλλη, σαν να θέλει ο αφηγητής να πνίξει τους λυγμούς του για το άδοξο τέλος μιας ομορφιάς που εμποδίστηκε ν' ανθήσει.

Με το μυθιστόρημα Βιοτεχνία υαλικών (1975), ο Μένης Κουμανταρέας εγκαινιάζει τη δεύτερη φάση του έργου του, η οποία χαρακτηρίζεται από τη στροφή προς έναν πιο αποστασιοποιημένο ρεαλισμό. Θέμα του βιβλίου είναι η επιθανάτια αγωνία μιας ελληνικής μικροεπιχείρησης, που καταρρέει μαζί με τις ψευδαισθήσεις, τις μωροφιλοδοξίες και την ίδια την οικογενειακή ευτυχία των ιδιοκτητών της. Ο συγγραφέας εδώ απομυθοποιεί το όνειρο του Έλληνα μικροαστού, όχι ωστόσο χωρίς συμπάθεια για το ανθρώπινο δράμα των ηρώων του. Για πολλούς, η Βιοτεχνία υαλικών είναι το κορυφαίο έργο του Κουμανταρέα. Ακολούθησαν, στο ίδιο στιλ, η νουβέλα Η κυρία Κούλα (1978), με θέμα τη θνησιγενή απόπειρα μιας μεσόκοπης μικροαστής να ξεφύγει από την αποτελματωμένη ζωής της μέσω του ερωτικού δεσμού μ' έναν νεαρό. το μυθιστόρημα Το κουρείο (1979), γύρω από τη σχέση ενός μεσήλικου λογιστή με μια μανικιουρίστα. και η συλλογή διηγημάτων Σεραφείμ και Χερουβείμ (1981).

Στην τρίτη φάση της λογοτεχνικής του εξέλιξης, ο Κουμανταρέας επανέρχεται στους ελεγειακούς τόνους του πρώιμου έργου του, κάνοντας κυρίαρχο πια μοτίβο του την εχθρότητα της ζωής απέναντι στην ομορφιά, στην αθωότητα και στην ορμή της νεότητας. Στο μυθιστόρημα Ο ωραίος λοχαγός (1982), ένας νεαρός αξιωματικός γερνάει σιγά σιγά στους διαδρόμους των δημοσίων υπηρεσιών, περιμένοντας μάταια την προαγωγή του. Ο ήρωας της ιστορίας παρουσιάζεται όχι τόσο ως εξατομικευμένη μορφή θύματος της κρατικής γραφειοκρατίας όσο ως γενικό σύμβολο μιας νιότης που φυλλορροεί χωρίς να καρποφορήσει. Στο μυθιστόρημα Η φανέλα με το εννιά (1986), κεντρικό πρόσωπο είναι ένας ταλαντούχος όσο και ατίθασος νεαρός ποδοσφαιριστής, του οποίου η σταδιοδρομία τερματίζεται πρόωρα και άδοξα. Εδώ ο ήρωας φαίνεται να καταστρέφεται περισσότερο εξαιτίας της άναρχης φύσης του παρά από εξωγενείς παράγοντες. Ακολούθησε ο τόμος Πλανόδιος σαλπιγκτής (1989), που περιέχει διάφορα κείμενα του συγγραφέα και το εκτενές διήγημα "Play". Το τελευταίο ως τώρα- βιβλίο του Κουμανταρέα είναι το μυθιστόρημα Η συμμορία της άρπας (1993), που, παρά τη φαινομενικά ρεαλιστική γραφή του, έχει περισσότερο χαρακτήρα ονειροφαντασίας. Ο αφηγητής παρασύρεται, χάρη στη γνωριμία του μ' έναν εκκεντρικό γέρο μουσικό και τους εξίσου αλλόκοτους συντρόφους του, σ' έναν παλαιικό, σχεδόν παραμυθένιο κόσμο, γεμάτο σκοτεινά μυστικά αλλά και γοητεία - έναν κόσμο που αντιπροσωπεύει την περιχαρακωμένη, θνήσκουσα κλασική τέχνη μέσα στην γκρίζα πραγματικότητα του τέλους του αιώνα.

Στα περισσότερα έργα του Κουμανταρέα, ανεξάρτητα από το θέμα τους, υπάρχει μια συχνά συναρπαστική περιπλάνηση στους εξωτερικούς χώρους όπου διαδραματίζεται η ζωή των σύγχρονων αστικών κέντρων στην Ελλάδα, κι εδώ βρίσκεται ίσως όχι μόνο το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του ρεαλισμού του, αλλά και η βαθύτερα ποιητική διάσταση της προσωπικότητάς του ως συγγραφέα.

Δημοσθένης Κούρτοβικ
Συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας
(Από το βιβλίο : "Έλληνες
Μεταπολεμικοί συγγραφείς",
Αθήνα, Πατάκης, 1995, 1999
Σελ. 279 ΙSBN: 960-360-509-3


T ι έγραψε ο Τύπος για τα βιβλία
του ΜΕΝΗ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ
(αποσπάσματα από κριτικές και συνεντεύξεις)

Αντιγόνη Βλαβιανού: Σας παρουσιάζουν σαν ένα συγγραφέα της πόλης. Συμφωνείτε με αυτόν τον ορισμό;

Μένης Κουμανταρέας: Δεν έχω αντίρρηση με τον τρόπο που οι άλλοι βλέπουν το έργο μου. Αυτοί που διαβάζουν τα βιβλία μου έχουν σχεδόν πάντα δίκιο, με τον ίδιο τρόπο που κι εγώ επίσης, όταν γράφω, αισθάνομαι συχνά ότι έχω το δίκιο με το μέρος μου. Μια φορά στο σχολείο, ο καθηγητής μας ζήτησε να γράψουμε μια έκθεση με θέμα: "Πόλη - Χωριό". Έγραψα για τη ζωή του χωριού σαν να επρόκειτο για έναν άλλον πλανήτη. Αντιθέτως, για όσα έγραψα για τη ζωή της πόλης, πήρα άριστα. Ναι, είναι αλήθεια ότι είμαι Αθηναίος και γράφω για την πόλη μου. Χωρίς αυτό να αποκλείει τις άλλες πόλεις. Στο τελευταίο μου μυθιστόρημα: Η φανέλα με το εννιά, ο νεαρός ήρωας μετακινείται από πόλη σε πόλη αναζητώντας την μοίρα του, για να καταλήξει ξανά στην Αθήνα. Αργά ή γρήγορα, καθένας επιστρέφει στη γενέτειρα πόλη του όπου έζησε τα πιο κρίσιμα χρόνια. Η Αθήνα είναι μια παράξενη πόλη. Πολύ όμορφη αλλά με μια άποψη άσχημη και ανυπόφορη. Είναι την ίδια στιγμή μητέρα και μητριά. Είναι ταυτόχρονα πρωτεύουσα και επαρχία. Είναι ένας συγκερασμός Ανατολής και Δύσης. Κι εγώ επίσης είμαι ένα μείγμα και σ' αυτήν την πόλη ζω τις αντιφάσεις μου προσπαθώντας να τις συμφιλιώσω.


Βιοτεχνία Υαλικών ( Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1976) Αθήνα, Κέδρος, 1975. Σελ. 178 ΙSBN: 960-04- 0819 - X

Πως ένας πεζογράφος επέτυχε να φτάσει σε μια κάθαρση των αισθημάτων σαν αυτή στην οποία μας οδηγεί αγάλια - αγάλι ο Κουμανταρέας, μου είναι δύσκολο να το διατυπώσω σαφέστερα, όσο και να μην έχω καμιά αμφιβολία για την ύπαρξη αυτής της κάθαρσης. Πως, ένας συγγραφέας, στα χρόνια της χούντας (στην τελευταία σελίδα δηλώνονται τα χρόνια συγγραφής 1971-74), εγκαταλείπει υφολογικά όργανα σαν τις εντυπωσιακές παρομοιώσεις και τη στιλπνή γραφή, πως παραιτείται από το υλικό πολιτικής επικαιρότητας και μας δίνει ένα έργο όπου η νόθα ζωή, μαζί με τη εφταετία που υπάρχει σαν φόντο όλου του μύθου, φτάνει σε ένα μόνιμο μεταφυσικό ξάφνιασμα, πως, τέλος, με αυτό το υλικό και με αυτή τη μέθοδο έγραψε ένα βιβλίο που μας ποτίζει με μια αίσθηση της ζωής που δεν μας εγκαταλείπει αφού τελειώσουν την ανάγνωση, είναι κάτι που δεν μπορώ να περιγράφω σαφέστερα γιατί η μοναδική εμπειρία της ανάγνωσης του βιβλίου δεν έχει κανένα υποκατάστατο.

Mario Vitti
Ιταλός νεοελληνιστής
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-8-1975


Η κυρία Κούλα, νουβέλα. Αθήνα, Κέδρος, 2000 Σελ. 80 ISBN:960-04-0030-Χ

Ο συγγραφέας της "Κυρίας Κούλας", όπως κάθε αξιόλογος πεζογράφος, ανήκει την εποχή του και στον τόπο του. Κι έτσι, ακόμα και ο πιο απαιτητικός αναγνώστης του βιβλίου, θα βρει να χαρεί σ' αυτό τα ποικίλα και πολύτιμα υφάδια, που περίτεχνα, με θαυμαστή οικονομία πλέκονται γύρω και μέσα από τη σύντομη συνάντηση των δύο αταίριαστων εραστών.
Είναι, πρώτα-πρώτα, αυτοί οι δύο ασήμαντοι "ήρωες", που πλαστουργούνται με λεπτότατη τέχνη ώστε μέσα από τον καθένα διαφαίνεται ο κόσμος του σε διάφορα επίπεδα: στο κοινωνικό, το προσωπικό, το πνευματικό, το ηθικό. Είναι ακόμα η ατμόσφαιρα της πολιτείας που πάλλεται και ανασαίνει μέσα στις σελίδες. Είναι τέλος οι δικές μας ανησυχίες ή ελπίδες, οι νοσταλγίες και οι ονειροπολήσεις μας που φευγαλέα αφυπνίζει ο συγγραφέας κρούοντας διακριτικά χορδές ποικίλες. Κάτω από την απλή ερωτική ιστορία, πλουτοφόρα τα κοιτάσματα.

Αλέξανδρος Κοτζιάς
Συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13-4-75


Το Κουρείο, μυθιστόρημα Αθήνα, Κέδρος. 1979. Σελ. 112. ISBN: 960-04-1429-7

Το κουρείο, η καινούρια νουβέλα του Μ. Κουμανταρέα, είναι κι αυτή προέκταση των προηγούμενων βιβλίων του. Η τοιχογραφία των ανθρώπινων μορφών που ανήκουν στα μεσαία στρώματα είναι πλουσιότατη. Και δεν είναι χωρίς σημασία η τάση του συγγραφέα να αποσπά στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή αυτών των στρωμάτων και να τους δίνει προεκτάσεις, να εισχωρεί σ' αυτά και να βγάζει στην επιφάνεια ανομολόγητα πάθη
Στο "Κουρείο" μπορούμε να συναντήσουμε όλες τις αρετές της τεχνικής και του ύψους του Μ. Κουμανταρέα. Ποιητική ατμόσφαιρα χωρίς να διαβρώνεται η ρεαλιστική περιγραφή, εύστοχη χρήση του πλάγιου λόγου, μαστοριά στον τρόπο που οδηγείται ο αναγνώστης από τη μια φάση της ιστορίας στην άλλη, σωστή χειραγώγηση των στιγμών έντασης και πτώσης, έτσι ώστε η τραγική διάσταση των προσώπων να φαίνεται μέσα από την ίδια τη περιγραφή τους, από τα λόγια και τις κινήσεις τους, και όχι από εξωτερικά αίτια.

Αλέξης Ζήρας
Κριτικός λογοτεχνίας
Περιοδικό ΑΝΤΙ


Σεραφείμ και Χερουβείμ, διηγήματα. Αθήνα, Κέδρος, 1979 Σελ. 248. ISBN: 960-04-0342-2

Στο "Σεραφείμ και Χερουβείμ" ο συγγραφέας είναι το κεντρικό πρόσωπο αλλά δεν είναι ο ήρωας. Είναι το μάτι ενός όψιμου πλην όμως ουσιαστικά ευαίσθητου παρατηρητή που μας εναποθέτει ζωές άλλων όπως τις γνώρισε, όπως τις ένιωσε, κάπου ίσως τις φαντάστηκε, αλλά κυρίως όπως τις προσέγγισε μ' εκείνη την υπό έκρηξη ευαισθησία που χαρακτηρίζει την εφηβεία ενός ατόμου.
Συγκεκριμένος στο θέμα του, θελκτικός στην αφήγησή του, παρατηρητικός και αποκαλυπτικά τρυφερός σ' αυτό του το βιβλίο, ο Μένης Κουμανταρέας πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα χαμηλόφωνο και συγχρόνως πολύβουο, εικαστικό - στην περιγραφή τόσο της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής υφής των ηρώων του - πανόραμα.
το "Σεραφείμ και Χερουβείμ", πέρα από μια πολυσήμαντη θέση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία αποκτά και μια ουσιώδη άμυνα στη φθορά του χρόνου.

Τάκης Μενδράκος
Κριτικός λογοτεχνίας
Περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ, 28-5-1981


Ο ωραίος λοχαγός, μυθιστόρημα. Αθήνα, Κέδρος, 2000. Σελ. 216 ΙSBΝ: 960-04-0182-9

Ο Ωραίος Λοχαγός κινείται στην τροχιά της Βιοτεχνίας υαλικών, της Κυρίας Κούλας, του Κουρείου, και αποτελεί, νομίζω, το απόγειο σημείο της. Ανακεφαλαιώνει τις κατακτήσεις του συγγραφέα κατά την τελευταία δεκαετία και τις συμπυκνώνει στην καθαρότερη και εντελέστερη μορφή τους.
Κάτω απ' τη φαινομενικά μονότονη αφηγηματική επιφάνεια, η ματιά του ανήσυχου και αισθαντικού πεζογράφου αναζητάει με επιμονή και οξυδέρκεια κάποια στίγματα του κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος, κάποιες ασήμαντες αλλά εκφραστικές χειρονομίες, κάποια αδιόρατα συναισθηματικά σκιρτήματα, κάποιες λεπτές αποχρώσεις ανθρώπων και πραγμάτων, για να εκμεταλλευτεί ύπουλα την άδηλη ενέργειά τους για τη σύνθεση ενός δεύτερου πλάνου, όχι αφηγηματικής εκφοράς, αλλά ποιητικής υποβολής. Στις καλύτερες σελίδες του, πίσω από τη φωνή του αφηγητή που ακούγεται με ευκρίνεια, πάλλουν ποικίλοι τόνοι και υποβάλλονται διάφορες σημασίες - αδιευκρίνιστες, αμφίρροπες, συγκινησιογόνες. Τέτοιες είναι οι περισσότερες σελίδες του Ωραίου Λοχαγού

Σπύρος Τσακνιάς
Κριτικός λογοτεχνίας
"Δακτυλικά αποτυπώματα"
Κριτικά κείμενα. Αθήνα, Καστανιώτης, 1983


Η συμμορία της άρπας, μυθιστόρημα. Αθήνα, Κέδρος, 2000. Σελ. 208 ISBN: 960-04-0828-9.

Ηρακλής Παπαλέξης: Η Μαργαρίτα, αυτό το μικρομέγαλο, και ο Λουί, ο ξένος, απροσδιορίστου φύλου υπηρέτης, τα δεύτερα δηλ. πρόσωπα δρουν τόσο ανατρεπτικά και καταλυτικά στις εξελίξεις ώστε να μετατοπίζεται στην πορεία το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τα δύο κεντρικά πρόσωπα. Γιατί επιλέξατε αυτή την "ανορθόδοξη" μέθοδο;

Μένης Κουμανταρέας: Όλο το βιβλίο κινείται ανορθόδοξα. Μοιάζει με δοκίμιο χωρίς να είναι. Έχει μια κατ' επίφαση αστυνομική πλοκή, χωρίς να είναι αστυνομικό. Θυμίζει παραμύθι, αλλά δεν είναι. Δεν έχει ρεαλιστικούς χαρακτήρες, ωστόσο υπάρχουν οι άνθρωποι ολοζώντανοι. Παίζεται από ένα κουαρτέτο εκτελεστών, με έναν αφηγητή olligato. Τι σημασία έχει αν ο Λουί είναι δευτερεύον πρόσωπο όπως λέτε; Απορώ όμως γιατί χαρακτηρίζετε τη Μαργαρίτα ως τέτοιο! Εάν οι εμφανίσεις τους πυκνώνουν όσο η ιστορία προχωρά, είναι γιατί το θέλει η ίδια η ιστορία. Είναι θέμα ισορροπιών και δραματουργικής εξέλιξης. Και φυσικά το ενδιαφέρον του αναγνώστη δεν φεύγει από τον Καθηγητή ούτε στιγμή. Ακόμα και νεκρός, υπάρχουν τα γάντια του να τον θυμίζουν. Αυτά κατ' ουσίαν πρωταγωνιστούν.

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, 13-4-'94


Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω, διηγήματα (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1997). Αθήνα, Κέδρος, 1996, 2001. Σελ. 296 ISBN: 960-04-1179-4

Νίκος Βατόπουλος: Το "Η Μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω" είναι επιστροφή στην πηγή της κλασικής αφήγησης ή αφετηρία για μια νέα σχέση με τον αναγνώστη;

Μένης Κουμανταρέας: Μετά τη Συμμορία της Άρπας, που ήταν ένα σχόλιο για το τέλος του αιώνα και τη δύναμη της μουσικής, επιστρέφω στην πόλη μου, που είναι η Αθήνα. Αυτή τη φορά όμως δεν πρόκειται απλά για ιστορίες καθημερινών ανθρώπων. Γράφω για τους μύθους αυτής της πόλης. Πίσω από την καθημερινότητα παραμονεύει ένας κίνδυνος και μια απειλή. Υπάρχει σαφώς ένα κλίμα βίας που υποφώσκει. Ο κουρέας - που εδώ επέχει θέση ψυχαναλυτή, παπά ή γιατρού - ακούει τις εξομολογήσεις των πελατών του και μας τις μεταφέρει με την οξυδέρκεια του παρατηρητή, αλλά και με την υπερβολή του παραμυθά. Είναι καθαρά ιστορίες που οι άντρες αφηγούνται μεταξύ τους στους χώρους που συχνάζουν.

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, 4/1997


Δύο φορές Έλληνας

Επιτέλους ένα ωραίο, παραδοσιακό μυθιστόρημα! Μια ογκωδέστατη αφήγηση επτακοσίων πενήντα σελίδων, η οποία μας παραπέμπει στα παλαιότερα καθιερωμένα πεζογραφήματα του Μένη Κουμανταρέα: τη "Βιοτεχνία Υαλικών" και την "Κυρία Κούλα", τον "Ωραίο Λοχαγό" και τη "Φανέλα με το νούμερο εννιά" των δεκαετών του '70 και του '80. Ο χρόνος του καλύπτει το μακρύ διάστημα από το 1949 ως το 1990 και οι σκηνές του εκτυλίσσονται σε όλων των ειδών τους αθηναϊκούς χώρους
Και ήρωες του είναι άνθρωποι κάθε λογής: διορθωτές εφημερίδων, τυπογράφοι, καφετζήδες, θυρωροί, επιχειρηματίες, ασφαλίτες, αστυνομικοί, αγωνιστές, κομψές κυρίες, νοικοκυρές, γόνοι πλούσιων οικογενειών, προικισμένοι νεαροί, μπαρόβιοι, συγγραφείς, μουσικοί, σκηνοθέτες καθώς και πασίγνωστες προσωπικότητες.

Ελισάβετ Κοτζιά
Κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9-7-2001


Δύο φορές Έλληνας

Όλγα Σελλά: Πιστεύετε ότι αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να αγγίξει έναν ξένο αναγνώστη;

Μένης Κουμανταρέας: Εάν το βιβλίο είναι όντως καλό, βεβαίως μπορεί. Έχει όλα τα συστατικά που μπορεί να αρέσει και σ' έναν απλό άνθρωπο. έχει έρωτες, μίση, πάθη. Έχει την ιστορία της Μακρονήσου, που δεν χρειάζεται να είσαι Έλληνας για να την καταλάβεις. Αλίμονο αν ένας ξένος αναγνώστης δεν καταλαβαίνει ένα ελληνικό μυθιστόρημα. Τότε σημαίνει είτε ότι είναι κακό, είτε ότι εκείνος είναι σοβινιστής. Έτσι κι εμείς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να διαβάσουμε τον Φλωμπέρ, τον Μπαλζάκ, τον Ντοστογιέφσκι, που έχουν τις ιδιαιτερότητες της πατρίδας τους.

Όλγα Σελλά: Υπάρχει η αγωνία, σε νεότερους συγγραφείς, να γίνουν πιο κοσμοπολίτες μέσα από τα κείμενά τους.

Μένης Κουμανταρέας: Ας γίνουν κοσμοπολίτες οι ίδιοι. Ας πάνε να ζήσουν έξω. Ή ας γράψουν για έξω. Δεν υπάρχουν κανόνες που λένε γράψε για την Αθήνα ή για το Άμστερνταμ. Ωστόσο, αυτός ο κοσμοπολιτισμός πολλές φορές μου φαίνεται ύποπτος. Μη ξεχνάμε ότι ο Κάφκα έγραψε μόνο για την Πράγα, ο Τζόις έγραψε μόνο για το Δουβλίνο.

Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22-7-2001


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Βιοτεχνία Υαλικών"

Ι. Το Γκάζι

Σάββατο βράδυ, η Μπέμπα Ταντή κατηφόριζε την Πειραιώς φορτωμένη τιμολόγια και αποδείξεις. Ένιωθε άκεφη και κουρασμένη. θα προτιμούσε να τριγύριζε με τα χέρια ελεύθερα σαν άντρας. Από τότε που κληρονόμησε το μαγαζί του πατέρα της κι αποφάσισε να πάρει σύζυγο και συνεταίρο, έχασε το βάδισμα του νέου κοριτσιού, το στήθος της είχε μεγαλώσει, τα μαλλιά της θαμπώσει.
Το μαγαζί, η μικρή βιοτεχνία υαλικών, στεγαζόταν στο ισόγειο ενός δίπατου σπιτιού, στη συμβολή Πειραιώς και Ιεράς Οδού, εκεί όπου παλιότερα ήταν η λαχαναγορά και τώρα ο δήμος είχε φυτέψει ένα παρκάκι. Ακριβώς απέναντι, κάπου τριάντα στρέμματα τοιχισμένα, βρισκόταν το Γκάζι. Μέσα από τους λέβητες και τις καμινάδες οι ατμοί ανέβαιναν τυλίγοντας το τετράγωνο σε ομίχλη, και το συρματόπλεγμα, γύρω, θύμιζε Κατοχή. Από τότε μάλιστα που στην πύλη φύλαγε βάρδια με τους πολίτες κι ένας φαντάρος, της φαινόταν πως από ώρα σε ώρα ένα κύμα βίας θα ξεσπούσε στην πόλη. Τάχυνε το βήμα της και χωνόταν στο μαγαζί.
Τα ρολά μισόκλειστα, αναγκάζοταν να σκύψει για να περάσει. Κάτω από τη σύναξη των πολυελαίων η Μπέμπα Ταντή αντίκριζε τον άντρα της καθισμένο σ' ένα γραφείο από φορμάικα, το πρόσωπο σκυμμένο στους λογαριασμούς, τα πόδια μαζεμένα κάτω από την καρέκλα. Τους κροτάφους φώτιζαν ασημένιες τούφες και ανάμεσα τρεμόπαιζαν κάτι άρρωστες φλεβίτσες. Άφηνε την τσάντα της παράμερα και καθόταν κοντά του. Μιλούσαν για τις τελευταίες παραγγελίες, τοποθετούσαν κατά ημερομηνία τα γραμμάτια, έκλειναν ταμείο. Έπειτα κατέβαζαν τα ρολά και με βήμα αργό ξεκινούσαν για το σπίτι. Κατοικούσαν λίγα τετράγωνα παρακάτω. Τραβούσαν μεσ' από τα στενά του Ρούφ, σταματώντας η Μπέμπα να ισιώσει την κάλτσα της, ο Βλάσης ν' αγοράσει τσιγάρα.
Φτασμένοι σπίτι, ο Βλάσης βούλιαζε στην πολυθρόνα, η Μπέμπα ξυπολιόταν και, μ' ένα άνοιγμα του φερμουάρ, άφηνε τη φούστα της να κυλήσει μπρος στον καθρέφτη. Η πρώτη γνωριμία στους διαδρόμους της Σχολής, ο Βλάσης τρέχοντας στη γραμματεία να διεκπεραιώσει κάποιες διατυπώσεις του πτυχίου, η Μπέμπα δευτεροετής με τις μικρές φροντίδες των υπογραφών. Έσμιγαν στα ζαχαροπλαστεία της οδού Σίνα, παρέα με συμφοιτητές της που συνδικαλίζονταν, οργάνωναν απεργίες και προβαίναν σε διαβήματα. Οι λέξεις φασίστας, δολοφόνος, χαφιές έπεφταν σαν πιστολιές. Αργότερα, Κυριακές στην Κόρινθο, του έφερνε αλλαξιές εσώρουχα, γλυκά, βιβλία κοινωνιολογίας τυλιγμένα σ' εφημερίδες της δεξιάς. Περνούσε τα δέματα μπροστά απ' τους σκοπούς προκλητικά, κι εκείνοι την έγδυναν με το μάτι. Φορούσε φορέματα ανοιχτά στο στήθος, την ίδια πάντα άσπρη κορδέλα στα μαλλιά, χτενισμένα πίσω, να φανερώνουν ένα μέτωπο λευκό κι ανάλαφρα προτεταμένο. Έπειτα ήρθε ο καιρός της απόσπασης τα σαββατόβραδα κλεισμένα σε κάμαρες επαρχιακών ξενοδοχείων, τα τζάμια φραγμένα μ' εφημερίδες, το ίσο πάντα φόρεμα παρατημένο στην άκρη του δωματίου δίπλα σ' ένα ζευγάρι άρβυλα ξεχαρβαλωμένα.
Όση ώρα η Μπέμπα άλλαζε φόρεμα, αφήνοντας τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα μες στον καθρέφτη, ο Βλάσης άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση, σταθμεύοντας στις ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, και μόνο αραιά και που το βλέμμα του ζωήρευε όταν άκουγε για κάποιο πραξικόπημα, μολονότι κι αυτά, τον τελευταίο καιρό, είχαν καταντήσει κοινός τόπος. Με κινήσεις αργές φορούσε τα βραδινά της, φώναζε τον Βλάση να της κλείσει το φερμουάρ, εκείνος έπαιρνε τα κλειδιά του σπιτιού, εκείνη του αυτοκινήτου, έμπαιναν στη μικρή Σκόντα κι η Μπέμπα καθόταν στο τιμόνι.
Ακολουθούσαν το ίδιο δρομολόγιο, Αγίου Κωνσταντίνου, Σταδίου, Φιλελλήνων, Συγγρού, για να καταλήξουν στο ίδιο πάντα κεντράκι με τις μαρίδες. Καθόνταν στ' ορισμένο τραπέζι, έπαιρναν στην αρχή μεζέεμφιαλωμένο κρασί Δεμέστιχα, κι άρχιζαν τις ατέρμονες συζητήσεις. Ποτέ απευθείας οι δύο τους, μα πάντα διασταυρωμένοι μεσ' από τις κουβέντες της παρέας.
Τα μέλη της παρέας ήσαν ο Βάσος Ραχούτης κι ο Σπύρος Μαλακατές, που τους περίμεναν φτασμένοι πρώτοι στο ραντεβού. Ήσαν κι οι δύο σαρανταπεντάρηδες, κατά τι μεγαλύτεροι από τον Βλάση. Ο Βάσος παχύς, ασθματικός, με μάτια τριγυρισμένα από σκάμματα και χείλη γραμμένα σαν κοριτσιού. Είχε τελειώσει μια σχολή τεχνικών επαγγελμάτων και είχε καταλήξει ιατρικός επισκέπτης σε φαρμακευτική εταιρεία. Μιλούσε αδιάκοπα για φάρμακα και ήταν σωστή αυθεντία στα χάπια για τα νεύρα. Ο Σπύρος ψηλός, στεγνός, με άσαρκα χείλη, είχε μια τάση να κουτσαίνει από τ' αριστερό πόδι. Είχε ταξιδέψει στην Αμερική, ανακατευτεί με αλογοτροφεία, κάνει κι ένα διάστημα στην Κορέα με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, για να καταλήξει στην Ελλάδα ανέστιος και πένης. Τα μπάλωνε τώρα με δουλειές του ποδαριού.
Βάσος και Σπύρος ήσαν και οι δύο εργένηδες, κατοικούσαν στη Νέα Σμύρνη, στον ίδιο όροφο πολυκατοικίας, σε διαμερίσματα του ενός δωματίου, αντικριστά. Τους δυο φίλους συντηρούσε το ζεύγος Ταντή, αναθέτοντάς τους δουλειές πλασιέ σ' επαρχιακές πόλεις. Περιόδευαν για λογαριασμό της βιοτεχνίας στην Πάτρα, στο Βόλο και στη Θεσσαλονίκη, σέρνοντας τις ξεπατωμένες βαλίτσες τους δεμένες με σπάγκο. Ταξίδευαν πάντα με νυχτερινό τρένο, καθισμένοι σε κουπέ, ο ένας απέναντι στον άλλο, ο Σπύρος καπνίζοντας σέρτικα, ο Βάσος Σαντέ.
Η γνωριμία των δύο φίλων με τους Ταντήδες χρονολογείται από τότε που βρέθηκαν όλοι μαζί να παραθερίζουν στη Νέα Μάκρη - πάνε μερικά χρόνια. Τις πολύ ζεστές μέρες, τις ώρες της μεσημβρινής ανάπαυσης, μπορούσες να τους δεις να τριγυρνάνε στην παραλία. ο Βάσος μ' ένα μαύρο μαγιό λαστέξ ξεχειλωμένο, ο Σπύρος ν' ακολουθεί ελάχιστα βήματα πιο πίσω, σκυφτός, μέσα σε άσπρο μπουρνούζι. Προχωρούσαν μέσα στην άχνη της μεσημεριανής ησυχίας, μετρώντας τα βήματα αμίλητοι, βουτώντας πότε πότε, δειλά σαν κοπέλες, τα πόδια τους στο νερό. Τα βράδια, στις βεράντες του ξενοδοχείου, κάπνιζαν κάτι φτηνά πουράκια των περιπτέρων, ντυμένοι μέσα σε άσπρα κουκουλάρικα που πλέανε στα σώματά τους. Έμεναν με τα μάτια καρφωμένα στους Ταντήδες, καραδοκώντας για ένα βλέμμα τους, αρπάζοντας την καλησπέρα τους όπως οι πεινασμένοι την μπουκιά. Τις μέρες εκείνες η Μπέμπα φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα με νταντελένιο γιακά, κρατούσε και μια βεντάλια από ξύλο αρωματικό, δώρο κάποιου μακρινού συγγενή της που ταξίδευε με τα καράβια. Τα μάτια της χάνονταν και ξαναφαίνονταν πίσω απ' αυτήν, μεγάλα και θολά, σαν φώτα στην ομίχλη. Με τις ψάθινες πολυθρόνες τους ν' αγγίζονται, οι δύο φίλοι κρατούσαν ως και την αναπνοή τους